ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ

……………………………………………………………………………..

ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ

Ο ΑΡΓΑΛΙΟΣ

Η ΡΟΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΓΝΕΣΙΜΟ

1955

1955

1955 στην ‘Κουρναρίτσα’ κραδαίνοντας την ρόκα..Παπαρούνη ?,Πανταζή Δήμητρα καί Κεραμίδα Αδαμία.

……………………………………………………………………………………………….

ΤΑ ‘ΠΑΤΡΙΝΑ’ ΠΑΡΑΤΣΟΥΚΛΙΑ

Απίστευτο αλλά αληθινό!!!!!!!!!. Τα καταγεγραμένα παρατσούκλια-παρανόμια ξεπέρασαν μέχρι στιγμής τα 1000.Η καταγραφή βασίζεται σε άτομα που έζησαν ή ζούν καί δραστηριοποιήθηκαν στην Υπάτη. Αποτελούν γλωσσικό τμήμα της κουλτούρας του κάθε τόπου και εκφράζουν όχι μόνο το γλωσσικό ιδίωμα των ανθρώπων αλλά και τον ορίζοντα γνώσεων, ευρηματικότητας και έμφυτης ευφυίας…Πρόκειται γιά  ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ καί η δημοσίευση δεν είναι στους στόχους του ιστότοπου για ευνόητους λόγους.

……………………………………………………………………………………………….

ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΤΗΣ

Η Υπάτη είναι περιζωμένη από στοιχειά και στοιχειωμένους τόπους. Βορειοδυτικά ο Παλουκωμένος, δυτικά η Ανεμότρυπα που είναι άντρο και φυσικό ενδιαίτημα για αερικά, δαιμονικά και στοιχειά και μόνιμη κατοικία για τις παλιές και σύγχρονες μάγισσες της Υπάτης. Πιο πέρα ο Ξηριάς με τον στοιχειωμένο Αράπη που βγαίνει τα μεσάνυχτα(όπως ο Παλουκωμένος)με τη μακριά του γενειάδα και το μεγάλο του τσιμπούκι καπνίζοντας αρειμάνια. Ένας Αράπης βγαίνει κάθε βράδυ στον Ξηριά, μα δεν μπορεί πρέπει να είναι πολλοί, γιατί πιο πέρα είναι το Αραπόρεμμα και λίγο πιο κει η Αραπόλακα. Δεν μπορεί, παρά να είναι και παροικία αραπάδων, τόσα τοπωνύμια αράπικα έχουν πολιτογραφηθεί στον τόπο αυτόν. Νότια το Κάστρο της Υπάτης, με τους δικούς του θρύλους και τα στοιχειωμένα πυθάρια. Εκεί ήταν κλεισμένη και η όμορφη Πατρινιά κόρη του υπερασπιστού του κάστρου στη Βυζαντινή εποχή, που ο Πασάς πιο πολύ για την όμορφη αρχοντοπούλα, παρά για το Πατρατζίκι έκανε αλλεπάλληλες επιθέσεις, ως που το πήρε το περίφημο κάστρο που στεκόταν εκεί ψηλά σαν αετοφωλιά και μαζί και την πανέμορφη αρχοντοπούλα. Μα κι’εκείνη σαν αρχοντοπούλα και έξυπνη Πατρινιά, για να μην πέσει σε χέρια Τούρκικα ζήτησε με κατάνυξη ψυχική από τον Θεό, να της πάρει το κόκκινο χρώμα από τα μάγουλά της και να γίνει κίτρινη για να ασχημίσει, να μην γίνει βορά του πάθους του Πασά. Έτσι και έγινε, το κόκκινο χρώμα από τα μάγουλά της και τα χείλη της έπεσε σε θάμνους και ο Ξηριάς γέμισε ως κάτω ως τον Πουρνιά, από πικροδάφνες με άσπρα και κόκκινα χρώματα και γύρω στο κάστρο φύτρωσαν ασφάκες με σταχτιά και κιτρινωπά χρώματα.

Ο ΚΑΤΑΛΑΝΙΚΟΣ ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ ΤΗΣ ΥΠΑΤΗΣ

Με απιστία πήρε το κάστρο και την αρχοντοπούλα ο Πασάς. Ένας Τούρκος Ελληνομαθής προσποιήθηκε ότι είναι γυναίκα έγκυος και από βραδύς παρακαλούσε στη πόρτα του κάστρου την αρχοντοπούλα να την αφήσει να περάσει για να γεννήσει. Χιλιάδες Τούρκοι μπουκάρανε τότε σαν ξεγελάστηκε η αρχοντοπούλα και άνοιξε. Το κάστρο της Υπάτης ακόμη φρουρείται από τρία στοιχειά. Τρία κιούπια είναι κλεισμένα στο πηγάδι του κάστρου. Το ένα γεμάτο φλουριά, το άλλο φίδια και το τρίτο νερό, στοιχειωμένα και τα τρία και κανείς δεν τολμάει να τα θίξει γιατί φρουροί είναι τα φίδια που οι ντόπιοι πιστεύουν ακόμα, ότι φρουρούν την ομορφονιά της Υπάτης, την ξακουσμένη καλλονή και το ιστορικό της κάστρο.

ΖΑΧΟΣ ΞΗΡΟΤΥΡΗΣ

…………………………………………………………………………………………..

ΤΑ ΣΚΑΦ’ΔΑΚΙΑ (ΣΚΑΦΙΔΑΚΙΑ)

Βράχοι με λεκανοειδείς λαξεύσεις, πού από το παρελθόν έχουν διεγείρει την λαογραφική αφήγηση.

SKAF 01

Πρίν την γέφυρα του ‘Ξηριά’.

SKAF 02

Ακολουθεί απόσπασμα πό το βιβλίο του Ξενοφώντα Αναγνωστόπουλου σχετικό με τα ΣΚΑΦΔΑΚΙΑ…

«Τ ά σ κ α φ ι δ ά κ ι α καί οι ν ε ρ ά ι δ ε ς». Είς άπόστασιν 50 περίπου μέτρων άπό τής «Άνεμότρυπας», πρός τό δεξιόν αύτής μέρος καί έντός τής σημερινής άμπέλου τοΰ κ. Τσεκούρα, ύπάρχει βράχος έπί τοΰ οποίου είναι δύο άρχαΐοι τάφοι λαξευτοί τούς όποιους ό λαός όνομάζει «σκαφιδάκια» έκ τοΰ δτι ό είς έξ αΰτών όμοιάζει μέ σκάφην. ‘Ενώ όμως πρόκειται περί παλαιών τάφων λαξευτών έπί βράχου, ό θρύλος τούς μετέτρεψεν είς σκάφας έντός τών όποίών «οί νερά’ίδες έπλυναν τή νύχτα μέ τό φεγγάρι τά ρούχα τους καί ώσπου νά στεγνώσουν τά ροΰχα, έχόρευαν αύτές γύρω άπό τις σκάφες καί τραγουδούσαν», πολλοί δέ—καί σήμερον άκόμη — πιστεύουν πώς πράγματι «βγαίνουν έκεΐ νεράιδες». Προ 50ετίας καί πλέον, ό τότε άγροφύλαξ Ιωάννης Συγγούρης ή Κανέλλης καθήμενος έπί τοΰ βράχου τούτου καί ύπό τήν σκιάν μιάς λεύκης, έρωτηθείς ύπ’ έμοΰ καί άλλων παίδων άν «είδε τής νεράιδες» μας είπε τά έξης: «Καθόμουνα μιά βραδυά μέ τό φεγγάρι έδώ έπάνω καί φύλαγα τά άμπέλια. Γιά μιά στιγμή, βλέπω 5-6 νεράιδες νά μέ βάζουνν στή μέση καί νά άρχίζουν τό χορό. «Εγώ, έπειδή ήξερα πώς άν μιλήσω θά μοΰ πάρουν οί νεράιδες τή λαλιά μου, δέν μίλησα καί ουτε τις φοβέρισα μέ τό ντουφέκι μου, άλλά άρπαξα τόν πέπλο μιάς νεράιδας καί έκανα πώς φεύγω. «Αμέσως οί νεράιδες σταμάτησαν τό χορό καί γονατιστές μέ παρακαλούσαν νά τούς δώσω πίσω τόν πέπλο καί μοΰ έλεγαν πώς αν τούς δώσω τόν πέπλο δέν θά μέ πείραζαν ποτέ καί θά μέ έκαναν καί φίλο τους. Επειδή ήταν πολύ όμορφες οί νεράιδες, τούς έδωσα τόν πέπλο καί άφοΰ μέ φίλησε έκείνη πού ηταν ό πέπλος δικός της, έφυγαν ευχαριστημένες. Άπό τότε, έρχομαι τά βράδυα μέ τό φεγγάρι έδώ καί βλέπω τις νεράϊδες νά χορεύουν καί άκούω τή γλυκειά φωνή τους πού τραγουδούν». Αύτά μάς έλεγεν ό μακαρίτης ό Κανέλλης καί ήμεις τά έπιστεύομεν μέν, άλλά… φόβος μάς κατείχε διά νά καθίσωμεν «στά σκαφιδάκια» χωρίς τήν παρουσίαν τοΰ μπαρμπα Κανέλλη.

……………………………………………………………………………………………

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΠΑΙΓΝΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΥΠΑΤΗ (ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1970)

Στην σημερινή εποχή της αποθέωσης του videogame,έχει ενδιαφέρον να θυμηθούμε τα παιγνίδια των μικρών παιδιών στην Υπάτη στην δεκαετία του 1970 .Κανένα από αυτά δεν παίζεται σήμερα και θα έλεγε κανείς ότι πέσαν  ‘θύματα’ κυρίωςτης τηλεόρασης. Από την αναδρομή προκύπτει ότι όταν οι τηλεοράσεις αναρτήθηκαν στα καφενεία της πλατείας, ξαφνικά η πιτσιρικαρία απαρνήθηκε το τρεχαλητό και το ‘σούρσιμο’ γύρω από την πλατεία.Τα παιδιά προτίμησαν το διαφορετικό,εύκολο και ποικίλο θέαμα, βολεύτηκαν σε μία καρέκλα και έτσι η διαδραστικότητα και η κίνηση έπαψαν.Επίσης η αλματώδης εξέλιξη της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, έφερε σιγά σιγά νέα είδη παιγνιδιών, ναι μεν πιο μοναξιακά αλλά σαφώς με μεγαλύτερο κέντρισμα του ενδιαφέροντος τους και τελικά μέχρι και βαθμό εξάρτησης.Την εποχή εκείνη στην Ελλάδα κυριαρχούσαν  το κρυφτό, η ‘μακριά γαιδάρα’, το τσιλίκι, τα ‘μήλα’. Εμείς εδώ θα αναφερθούμε σε παιγνίδια πού είχαν και τοπικό χαρακτήρα… !!!!

ΤΑ ΤΣΙΓΚΑΚΙΑ

Τα καπάκια από τα αναψυκτικά και τις μπύρες αποτέλεσαν αντικείμενα παιγνιδιού. Η ζήτηση από την πιτσιρικαρία ήταν τέτοια που αυθόρμητα πλέον οι μαγαζάτορες της πλατείας είχαν παρασυρθεί στο να πετάνε ελεύθερα τριγύρω τα καπάκια, αμέσως μετά το σερβίρισμα στους παρακαθήμενους της πλατείας.Προφανώς η ονομασία ‘τσιγκάκια’ προέρχεται από την λέξη τσίγκος, τα τσίγκινα καπάκια λοιπόν είχαν γνωρίσει ημέρες αίγλης. Με επιδέξια γρήγορη απελευθέρωση του δακτύλου και δίνοντας ώθηση  με μαεστρία στο  ‘τσιγκάκι’, αυτό έπρεπε να διατηρηθεί επάνω στο κράσπεδο και να μην πέσει κάτω . Στην ευθεία  ήταν δύσκολο να φτάσεις μακριά, στην στροφή έπρεπε να κρατηθείς….Στο στηθαίο των πεζοδρομίων  τα ‘τσιγκάκια’εκείνον τον καιρό  γράψανε χιλιόμετρα. Νικητής ήταν αυτός που έφτανε στο τέλος πρώτος και χωρίς ή με τις λιγότερες πτώσεις.Ξεκινούσαμε από το σπίτι του Γιωτόπουλου και φτάναμε μέχρι το κουρείο του Χριστακόπουλου ή το ραφείο Ζαγκανά (ανάλογα μέχρι που μας επέτρεπαν)..Το πιο δύσκολο σημείο ήταν η στροφή στου Παπαζαχαρία, όπου εκεί είχαμε τις περισσότερες πτώσεις. Στο άλλο πεδίο που ξεκινούσε από την Χωροφυλακή μας δυσκόλευε η στροφή στο περίπτερο του Σακκά.Και σ΄αυτή την περίπτωση, το παιγνίδι έπαψε να παίζεται, όταν άλλα είδη ψυχαγωγίας αντικατέστησαν τον ελεύθερο χρόνο των παιδιών.Με την εξέλιξη του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων της Υπάτης, διαμορφώνονταν νέα είδη διασκέδασης .

ΤΟ ΚΟΥΜΑΝ

Δημοφιλέστατο παιγνίδι υπήρξε το Κουμάν (ή Κομάν).Ξεκίνησε σαν ‘’κλέφτ’ χωροφυλάκοι’’ και στην ουσία μετονομάστηκε έτσι. Απλοικό στην σύλληψή του, οι κακοί κρυβόντουσαν και έπρεπε οι καλοί να τους ανακαλύψουν. Ένα υπερτονισμένο κρυφτούλι δηλαδή, αλλά προφανώς επηρεασμένο από πολεμικά βιώματα που μεταδόθηκαν και σε γενιά που δεν γνώρισε την φρίκη των συρράξεων. ..Την εποχή αυτή (1970 και μετά) προβαλλόταν στην κρατική ( μόνο τέτοια υπήρχε )τηλεόραση η πολεμική σειρά  ‘ΜΑΧΗ’ (COMBAT) και προφανώς από το ‘come on’ που συχνά ακούγονταν στις σκηνές προσαγωγής αιχμαλώτων, έγινε δάνειο στην λέξη κουμάν.Το παιγνίδι ξεκινούσε συνήθως το σούρουπο ή το βράδυ. Ο καλός που ξετρύπωνε τον κακό έπρεπε να του φωνάξει πρώτος δυνατά ‘ κουμάν’ διαφορετικά εάν  τον προλάβαινε ο κακός  έχανε,δηλαδή τον ‘σκότωνε’.Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε έπαψε να παίζεται το παιγνίδι αυτό, θυμάμαι όμως καλά ότι τα καλοκαίρια γύρω από την πλατεία άκουγες συνέχεια ‘κουμάν-κουμάν’  τα βράδια.

ΟΙ ΣΗΜΑΔΕΣ (σ’μάδες) και τα ΚΟΡΑΔΕΛΙΑ

Τέλη δεκαετίας του 60 και αρχές του 70. Το παιγνίδι πού κυριαρχεί στην πιτσιρικαρία (‘τσέτα’) ονομάζεται  ‘ΣΗΜΑΔΕΣ’. Απλό στην σύλληψή του, έμοιαζε με το γνωστό bowling. Σε λεία (όχι απαραίτητα) χωμάτινη επιφάνεια  (σχεδόν όλοι οι δρόμοι έτσι ήταν τότε, μετά ήρθε το τσιμέντο και η άσφαλτος ),με οριοθέτηση της απόστασης βολής και  χάραξη  κύκλου ή γραμμής  που υποννοούσε το εντός ή εκτός, ο παίκτης έπρεπε να ρίξει την ‘σημάδα’ του και να πετύχει τον στόχο..Οι  ‘Σημάδες’ ή πιο σωστά ‘σ’μάδες’  ήταν πέτρινες πλάκες, ακανόνιστες  ή και οβάλ, τις οποίες ο παίκτης τις έριχνε εναντίον αντικειμένων, όπως τενεκεδάκια από γάλα ΒΛΑΧΑΣ, από ‘κορνεμπίφ’, από μουρουνέλαιο και άλλα απίθανα, πού  αποτελούσαν τα αντικείμενα εκτόνωσης του σκοπευτή.  Επίτευξη  ευστοχίας ήταν η  έξοδος  των αντικειμένων από την οριοθετημένη περιοχή.. Αυτά συνέθεταν την εικόνα του παιγνιδιού.  Η διασκεδαστική αυτή λοιπόν ασχολία ήταν συνήθης στην Ελλάδα.Τι αφορά την Υπάτη θα πείτε ? Εδώ λοιπόν αξίζει η κατάθεση της προσωπικής εμπειρίας, μιάς  και συμμετείχα σε τέτοιου είδους αθλοπαιδιές Πάνω σ αυτό βασίστηκε μια παραλλαγή αυτού  του παιγνιδιού. Απίστευτο και όμως αληθινό ότι το συγκεκριμένο παιγνίδι άρχισε να παίζεται και με περιοδικά στην θέση των τενεκέδων.  Κόμικ κυρίως όπως .Μπλέκ, Όμπραξ, Τιραμόλα,Σεραφίνο, Μίκυ Μάους κλπ.  Αν η σημάδα σου τα έβγαζε έξω από τον κύκλο τα έκανες δικά σου, διαφορετικά πρόσθετες δικά σου….Τζόγος…Η ‘χρηματιστηριακή’ αξία των περιοδικών καθόριζε και την σπουδαιότητα της νίκης Το Μπλέκ και το ¨Ομπραξ έιχε την μέγιστη αξία, το Σεραφίνο και το Μίκυ Μάους την ελάχιστη .’Βαρύ χαρτί’ ήταν το Πόπ και Ρόκ (αυτά τα έφερναν οι Αθηναίοι) αλλά και οι εκδόσεις Γίγας των προηγούμενων.Με τα σημερινά  δεδομένα φαντάζει απίστευτο να διαβάζει κάποιος μετά στο σπίτι του με μανία πανβρώμικα  και σκισμένα περιοδικά, τα οποία μάλιστα ήταν ήδη υποψήφια για περαιτέρω περιπέτειες σημαδοριξιάς. Ήταν επίσης ανταγωνιστικό το περιοδικό με τα κριτήρια του σπάνιου ή με το αν το έχω διαβάσει ή όχι.Μην φανταστείτε οι νεότεροι ότι κάποιοι αγόραζαν τακτικά τα περιοδικά..πού και πού τα παίρναμε γι αυτό και δεν είχαμε την συνέχεια.Έτσι αποκτούσε ενδιαφέρον να συμπληρώνονται τα τεύχη. Σε αντίθεση με την σημερινή καταιγιστική μορφή εικόνας και πληροφοριών, τότε  η ανάγνωση ενός περιοδικού ήταν επαρκέστατη δόση ψυχαγωγίας. Τα ΚΟΡΑΔΕΛΙΑ ήταν η ονομασία του ίδιου παιγνιδιού, απλά σαν αντικείμενα στόχος έμπαιναν ότι μπορεί να φανταστεί κανείς..ακόμη και πέτρες.

Η ΚΥΛΑ

Πολύ προσφιλές παιγνίδι κυρίως στην δεκαετία του 70. Το ‘concept’ βασίζονταν σε μια απλή και εύκολη κατασκευή από πολύ χοντρό και ελάχιστα ευλύγιστο σύρμα μήκους περίπου ένα μέτρο.Ήταν  ευθύγραμμο με τελικό σχηματισμό σε σχήμα U, έτσι ώστε να ωθεί και να συγκρατεί  έναν μικρό  τροχό από εκτροπή αλλά και να μπορεί επιπλέον και να τον στρίβει.

κύλα

Οι ρόδες αυτές προέρχονταν ή από μικρά τρίτροχα ποδηλατάκια ή από παιδικά καροτσάκια πού δεν χρησίμευαν πιά ή από ότιδήποτε περίσσευε εκείνη την εποχή.Βέβαια έκαναν την εμφάνισή τους και μικτές κατασκευές με ξύλο (δεν θυμάμαι χρήση πλαστικού) και εντυπωσίαζε αυτός πού θα ‘στόλιζε’ καλλίτερα το …όχημα (μέχρι και καθρέπτη οπισθοπορείας είχε τοποθετήσει κάποιος )!!!!!!  Έβλεπες σε όλη την Υπάτη, πιτσιρικάδες να γυρίζουν με το ‘κυλαλόνι’ μιμούμενοι ακόμη και ήχους αυτοκινήτων. Η διάδοση των ποδηλάτων φαίνεται να εξηγεί πειστικά την εξαφάνιση της  ‘κύλας’….

Ο ΒΕΖΥΡΗΣ

Από οστό (αστράγαλος) αρνιού ή κατσικιού, υπήρξε από τα δημοφιλή επιτραπέζια παιγνίδια στά τότε δύσκολα χρόνια..Λέτε να ξαναγίνει μοδάτο?Ο τρόπος απλός,πέταγες το κόκκαλο και  ανάλογα με την επιφάνεια που κατέληγε κέρδιζες ή έχανες. Βασιλιάς κέρδιζε ,Λορδάς έχανες,Ξυλιάς έδινες ξυλιά και Ψωμάς κέρδιζες σειρά..ή κάπως έτσι…

Παραμένει άγνωστο πως προήλθε το όνομα ‘Βεζύρης’.

ΤΑ ΓΙΑΛΙΝΑΚΙΑ

Δυσκολεύομαι να οναφέρω την λέξη βώλοι διότι δεν θυμάμαι κάποιο παιδί εκείνη την εποχή στην Υπάτη να μου είπε πάμε να παίξουμε βώλους.Αντίθετα θυμάμαι έντονα την φράση έλα να παίξουμε ‘γιαλινάκια’. Διαφανείς γιάλινες μπαλίτσες, από εκεί και το δάνειο στην ονομασία γιαλινάκια, με ‘ψυχεδελικά’ σχεδιάκια στο εσωτερικό τους.

ΜΠΙΛΙΑ ΓΟΥΡΓΟΥΛΑΣ ΓΙΑΛΕΣ ΓΙΑΛΙΝΑΚΙΑ

ΜΠΙΛΙΑ ΓΟΥΡΓΟΥΛΑΣ ΓΙΑΛΕΣ ΓΙΑΛΙΝΑΚΙΑ

Χαράζαμε τρίγωνο στο χώμα και τοποθετούσαμε τα ‘γιαλινάκια’ στις κορυφές  αλλά και στο εσωτερικό του.Σημαδεύαμε από απόσταση και ότι έβγαινε έξω από το τρίγωνο ήταν κερδισμένο.Διάφορες παραλλαγές και κανόνες δίναν αυξημένο ενδιαφέρον στο ‘άθλημα’. Υπήρχαν διάφορα μεγέθη..Το γιαλινάκι, η γιάλα αλλά και ο  Γούργουλας.Έτσι ονομάζονταν η μεγάλη γιάλινη σφαίρα, μπίλια η σιδερένια σφαίρα  (λάφυρο από κάποιο χαλασμένο ρουλεμάν) και οι δυό δυσεύρετες λόγω κόστους και σπανιότητας.Φαίνεται απίστευτο με τα σημερινά δεδομένα, αλλά δεν ήταν εύκολο τότε ένα μικρό παιδί  να αγοράσει γιάλες από το περίπτερο.Υπήρχε και εξειδικευμένη ορολογία, όπως ο ο γκόζας  το ματάκι κ. α.

(ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΣΑΚΑΤΙΚΑΣ)

………………………………………………………………………………………….

Ο “ΠΑΛΟΥΚΩΜΕΝΟΣ” ΤΗΣ ΥΠΑΤΗΣ

Στα χρόνια της δουλείας, τότε που η Οθωμανική κυριαρχία , ήταν κυρίαρχος ζωής και θανάτου, στην Υπάτη (στο Πατρατζίκι) που διεδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην εποχή της Τουρκοκρατίας, θανατώθηκε διά βασανισμού κάποιος χριστιανός αγωνιστής. Χριστιανοί βέβαια και πολεμιστές θανατώθηκαν πολλοί και αμέτρητοι, μα γι’ αυτόν γίνεται λόγος, για τον τρόπο που θανατώθηκε με παλούκωμα και πήρε το όνομα ο παλουκωμένος και ο τόπος του μαρτυρίου του, πήρε και κείνος την ονομασία του «στου παλουκωμένου». Τόπος του μαρτυρίου του, είναι το υψωματάκι εκείνο ανάμεσα στον Άγιο Ήρωδίωνα και στη Μοιρά, που γινόταν το φημισμένο παζάρι της Υπάτης. Τον ανώνυμο αυτό χριστιανό, η παράδοση και η φαντασία τον φέρνει παλουκωμένο-σουφλισμένο σαν αρνί, όρθιο-στητό με κρεμασμένα τα χέρια προς τα κάτω, όπως παρέδωσε το πνεύμα. Όσοι τον είδαν με τη φαντασία τους, τον είδαν στητό παλληκαρήσια σαν να δέχτηκε καρτερικά το θάνατο.Η μορφή του μένει ατράνταχτη, παρά τα δεινοπαθήματά του, τα μάτια του γουρλωμένα και αγριεμένα λες και απειλεί και ετοιμάζεται να αντεπιτεθεί κατά των βασανιστών του. Από τους φρικτούς βασανισμούς του, στοίχειωσε και βγαίνει τα μεσάνυχτα έτσι παλουκωμένος όπως είναι, σαν κάτι να θέλει να πεί στους διαβάτες ή να θέλει να διαμαρτυρηθεί στους βασανιστές του. Πόσοι και πόσοι δεν τον είδαν ολοφάνερα, και όσοι περνούν από τα μεσάνυχτα ως το γλυκοχάραμα, θα τον δούν και θα το μολογάν την άλλη μέρα, «είδα χθές τον παλουκωμένο» και το λένε μ’ ένα τρόπο τόσο φυσικό σαν να είναι κάτι το συνηθισμένο, κάτι το καθημερινό. Βέβαια υπάρχουν και άλλοι που φοβούνται και αν τους φέρει ο δρόμος νύχτα από εκεί, αλλάζουν δρόμο και χάνουν την ευκαιρία να δούν τον στοιχειωμένο. Δεν μιλάει, δεν κινείται, δεν χειρονομεί ο στοιχειωμένος, μόνο που στέκει σαν παλουκωμένος με ορθάνοιχτα μάτια, ένας άντρακλας ως εκεί πάνω νιός χαριτωμένος, έτσι τον θέλει ο θρύλος και η φαντασία έτσι τον πιστεύουν και οι κάτοικοι της Υπάτης και των περιχώρων, όσοι έχουν διάβα από εκεί. Πόσες ώρες μένει εκεί στον τόπο του μαρτυρίου του ο παλουκωμένος και που πηγαίνει την ημέρα και χάνεται το στοιχειό, κανένας δεν το ξέρει. Ο παλουκωμένος που στοιχειώθηκε, είναι καλός και άκακος και πολύ καλόκαρδος με τους χριστιανούς.  Μα άθελα του, έγινε πρόξενος πολλών επεισοδίων .Δεν είναι λίγοι εκείνοι που με την φαντασία τους είδαν τον παλουκωμένο , τρόμαξαν και επιχείρησαν να πυροβολήσουν με το ζερβί χέρι, να τρομάξουν το στοιχειό και να το διώξουν.Και άλλοι που είδαν τυχαία, αμέριμνο διαβάτη να στέκει νύχτα εκεί στο λοφίσκο του παλουκωμένου και τράπηκαν σε άτακτο φυγή, έχουν να το λεν και να το μολογούν ότι πράγματι τον είδαν.Σήμερα άλλαξε ο δρόμος, δεν περνάει από τη θέση του παλουκωμένου και οι κάτοικοι της Υπάτης και των χωριών λιγόστεψαν και γι’ αυτό λιγόστεψαν και εκείνοι που τον έβλεπαν. Ως τόσο όμως και κανείς να μην τον ξαναδεί, η παράδοση θα τον διαιωνίζει και θα μας τον παρουσιάζει σαν έναν επιπλέον παλουκωμένο μάρτυρα της Τουρκικής θηριωδίας.

ΖΑΧΟΣ ΞΗΡΟΤΥΡΗΣ

»ΣΤΟΥ ΠΑΛΟΥΚΩΜΕΝΟΥ»-ΜΟΙΡΑ ΥΠΑΤΗΣ

……………………………………………………………………………………….

ΤΟ ‘ΣΠΟΥΡΝΙ’ ή Η ‘ΣΠΟΥΡΝΗ’

(Έθιμο   της Πρωτοχρονιάς στην Υπάτη)

Έμοιαζε ξεχασμένο στον νού μου αυτό το περίεργο έθιμο…Τυχαίο άκουσμα, μου κίνησε την περιέργεια και έτσι άρχισα να ρωτάω τους παλαιότερους γιά να «φρεσκάρω» την μνήμη μου. Η εθιμική αυτή τελετουργία, ευνόητα, κινείται  στα γνωστά πρότυπα  μετάλλαξης των παγανιστικών στοιχείων  που ‘φιλτραρίστικαν’   στην συνέχεια σε  θρησκευτικές παραλλαγές.Εξάλλου η φωτιά από την ανακάλυψή της  ήταν πολύτιμος αρωγός  του ανθρώπου στην διατήρηση της ζωής και προστάτευε από  κινδύνους (ψύχος, άγρια ζώα αλλά και ‘κακά πνεύματα’). Το πύρ έκανε το φαγητό μαγειρεμένο, έδινε την ζεστασιά και παρείχε αποστείρωση. Ολοι οι αρχέγονοι πολιτισμοί αγάπησαν την φωτιά και διάφοροι τρόποι λατρείας διατηρήθηκαν στον κόσμο μέχρι σήμερα.
Τι ήταν η ‘σπούρνη’ ?  Ανήμερα λοιπόν της πρωτοχρονιάς και λίγο πριν ξημερώσει, αγόρια από οικογένεια με τους γονείς τους να ζούν, επισκέπτονταν συγκεκριμένα σπίτια του χωριού και  έδιναν ευχές στην εστία (τζάκι) του σπιτιού. Συνήθως πήγαιναν σε φιλικά ή συγγενικά σπίτια. Με το ξυθάλι (την μάσια) που τους έδινε η νοικοκυρά, ανακάτευαν τη σπούρνη, δηλαδή τη στάχτη με τα αναμμένα κάρβουνα. Καθώς την ανακάτευαν και την σήκωναν, εύχονταν αφθονία σε ανάγκες των νοικοκυραίων, όπως  «σπούρνη σιτάρι», «σπούρνη καλαμπόκι» και άλλα σχετικά. Εάν δε υπήρχαν και κορίτσια  σε ηλικία γάμου στο σπίτι πρόσθεταν και «σπούρνη γαμπροί»·. Το φίλεμα μετά την μυσταγωγία εξασφαλισμένο και πλούσιο λόγω των γιορτινών ημερών. Αμυδρά θυμάμαι  τον εαυτό μου, κάτι βαρειά χειμωνιάτικα πρωινά πού οι γονείς μου αγουροξυπνημένο με έστελναν, εντελώς εθιμοτυπικά,  στο σπίτι του παππού μου του Παναγιώτη να εκτελέσω αυτή την λατρευτική πράξη…να ‘απαγγείλω’ το ‘σπούρνη κόττες, σπούρνη αυγά, σπούρνη καλαμπόκι’,

Έψαξα αρκετά αλλά δεν κατάφερα να βρώ την ετυμολογία της λέξης Το έθιμο ξεχάστηκε και εντύπωση μου έκανε κάποιοι  ηλικιωμένοι δεν μου έδωσαν την σωστή ημερομηνία του εθίμου.Τα τζάκια μας λόγω κρίσης ανάψανε και πάλι, το έθιμο όμως παρήλθε και φαίνεται ότι αυτό συμβαίνει σε πολλές παραδοσιακές δραστηριότητες.Από την στιγμή πού η αναβίωση μοιάζει ανεπίκαιρη ή ανέφικτη,  το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε είναι η καταγραφή του και η διατήρησή του στα γραπτά. Ο εκφυλισμός των εθίμων μπορεί να εξηγείται με την αλλαγή των συνηθειών του ανθρώπου, όμως επειδή καταγράφουν την παρελθοντική πορεία του, θα πρέπει να μνημονεύονται. Οι επόμενες γενιές θα κρίνουν την ορθότητα των σχολίων !!!!!!!.

(ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΤΣΑΚΑΤΙΚΑΣ)

……………………………………………………………………………………….

Ο ΧΑΛΒΑΤΖΗΣ

Σε κάθε εμποροπανήγυρη και συνήθως στην άκρη της πλατείας, δίπλα ή απέναντι από το μαγαζί του Παπαζαχαρία, στήνονταν οι πάγκοι της πώλησης χαλβά (σαπουνέ ή Φαρσάλων όπως τον ανέφεραν.).

1988

1988

Στην μνήμη των μεγαλύτερων ακόμα ηχεί η φωνή του Σωτήρη «χαλβάς , χαλβάς έχω και κέκ, και κέκ έχω», από εκεί και το παρατσούκλι κεκεκ….Ήταν και ο κουτσός ο Βασίλης στα παζάρια..

……………………………………………………………………………………….

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: