ΤΟΠΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ

 

Λεξιλόγιο και φρασεολογία που χρησιμοποιείται (αραιά ή συχνά) στην καθημερινή ομιλία -ντοπιολαλιά-των  “Πατρινών”. Πολλές λέξεις δεν προέρχονται κατ’ ανάγκη από το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα αλλά προσφωνούνται προσαρμοσμένες στην τοπική προφορά.Ενθαρρυντικό είναι ότι η ‘γλώσσα’ μιλιέται ακόμη στον τόπο μας και κατά την ταπεινή μας γνώμη δεν θα πρέπει να χαθεί.(Στις προηγμένες Ευρωπαικές χώρες υπάρχουν σύλλογοι που εμπλέκονται στην διατήρηση του γλωσσικού ιδιώματος.)

                                        **********

ΛΕΞΕΙΣ

Αγκορτσιά=αγριοαχλαδιά (ή γκορτσιά)-γκόρτσα

Αγναίκα= γυναίκα

Αγκουστέρα=σαύρα

Αγκούτσα=μαγκούρα ,μτφ. άσχημα γράμματα

Αδετότε=τότε ακριβώς

Αθέρας= βλ. φράσεις

Αιά=κοίτα (αιά δώ)

Αιντριός=του Αγίου Ανδρέα

Αιφαντάκος=η μικρή αράχνη (θα σε φάει ο αιφαντάκος..απειλή σε βρέφη)

Ακλίτσαβος=αδέξιος

Αλαμανιάζω=αναστατώνω,τιμωρώ (θα σε αλαμανιάσω)

Αλάνταβος=άτσαλος,άτακτος

Αλπού=αλεπού (και αλπές=αλεπούδες)

Αλυσίβα=στάχτη που χρησιμοποιούνταν ως απορρυπαντικό γιά ρούχα

Αλυχτάει=γαβγίζει

Αμούγκαβος=άχρηστος

Αμπίδσα=πήδηξα

Αμπούκα=μάγουλο

Αμπούχαβος=μίζερος

Αμ’τι δα=βεβαίως (αμ’ πως δα)

Αναγκαβέλος=ζάλη

Ανακούρκουδα=σε περίεργη στάση

Αναμέλα=τύμπανο αυτιού (μτφ. αυτί,”θα σ’ φάω την αναμέλα”)

Αναμέρα=παραμέρισε

Αναφακάς=μτφ. το βόλεμα

Αναφταώθκε=ανασηκώθηκε

Ανεμοτούρλιασμα=ανακάτεμα

Αντάρα=ομίχλη

Αντερώνομαι=τεντώνομαι

Άντιτ= όχι ντυμένη

Απαγκάτ=επάνω-κάτω (ανεβοκατέβασμα)

Απίστομο=ανάποδα

Απστομιέμαι=πέφτω σκοντάφτοντας

Αραβάνι=με το ζόρι,στην σειρά,υποχρεωτικά(θα με πάει αραβάνι)

Αργοστόλης= αργοκίνητος, αυτός που δεν είναι στην ώρα του

Αρμακάς=σωρός από πέτρες

Αστοχάω=ξεχνάω

Αστρέχα=υπόστεγο

Αφαλοκόφκα=μτφ.τρόμαξα

Αχρόνιαγος=βρισιά

Βαμπακέλα=ασπρομάλλης

Βάντα= ..βάλτα

Βαρμπομπίτης=χτύπος

Βάπ= ξυλοδαρμός ( ξύλο, τσακωμός)

Βατλιά=τόπος με βάτα

Βλαχότσ’να=μικρά πουλιά

Βίδρα= η γλωσσού, η πονηρή, η μικροκαμωμένη

Βίδσι=κατολίσθησε

Βοϊδογλυψιά=το επίκτητο ανασήκωμα του μαλλιού της κεφαλής

Βόμπρας=μπόμπιρας

Βούρ(γ)ιαξα=έσκασα από την επιθυμία, είμαι ανυπόμονος,

Βουρδούλιασε=γέμισε εξανθήματα

Γαράμπα=γιαλιστερό (γαράμπα το μάτ!!!!)

Γαρδαβίτσα=μυρμηγκιά (δερματολογική πάθηση)

Γδίς-γδάς=βάλε βγάλε ρούχα

Γ’δούρα=γδαρμένο

Γιαλινάκια=μικροί βώλοι

Γιαχωβάκος=ποτήρι με κρασί

Γιέμ=δικέ μου άνθρωπε

Γιούδας=ο χαιδεμένος (από το γιός)

Γιούρμπαλα=γιούργια

Γκάβακλας=τυφλός(γκαβός-γκάβας)

Γκαβαλίνες=ταπεριττώματα των αλόγων καί γαιδουριών

Γκαμλάρ΄ς=ψηλός (από το γκαμήλα)

Γκάνιαξα=ταλαιπωρήθηκα (και δίψασα)-γκανιάζω

Γκάρας=..το ανδρικό μόριο (..πήρε τουν γκάρα μ’)

Γκζάνας=αγύριστο κεφάλι (γκζανοκέφαλος)

Γκζούνης=αγύριστο κεφάλι (και γκζάνας)

Γκιάξει (να σε)=να σε πιάσει,να το νοιώσεις

Γκίρλιαξα=καταταλαιπωρήθηκα,αδυνάτισα πολύ

Γκλαφνάει=γαυγίζει υπόκωφα

Γκόζας=καραμπόλα με μεγάλο  (βλ. και γιαλινάκια-γούργουλα)

Γκουβέ=χρήμα

Γκουράβα= (καί γκουραβέλα) sex!

Γκούσια=βρογχοκήλη (πάθηση του θυροειδή αδένα)

Γλήγουρα=γρήγορα

Γλιατσιάζω=λιώνω, στίβω

Γμάρ(α)=γαιδούρι(α)

Γμαροπούλι=γαιδουράκι

Γουντζοσβένης=μικροκαμωμένος

Γούπατο=κοίλωμα

Γούργουλας=μεγάλος βώλος

Γουρνομυτιάσκι=τούμπαρε,έπεσε

Γρεντάλ(ι)=ψηλός και σωματώδης

Γρούσπος=στρογγυλεμένος

Γύκος=στιβάδα ρούχων (και γιούκος)

Γυρβουλιά=κάνω έναν γύρο

Δαλκού=Λαδικού

Διαούρτ=γιαούρτι

Διασύν’=βιασύνη

Δκούλι ή θκούλι=δικριάνι

Δραγασιά=καλύβα δραγάτη

Δρουλάπ(ι)=νερόχιονο

Ερεψε=αδυνάτισε (βλπ.το ρεμένο)

Ζαγάρι=κυνηγόσκυλο (μτφ. δραστήριο άτομο)

Ζαπακιάσκα=ξεθεώθηκα,πονάει η μέση μου από βάρος

Ζέχν’ει= βρωμάει (θα ζέξ’ ο τόπος)

Ζίγκι-ζίγκι=επίμονα

Ζιουβγάρ‘=ζευγάρι

Ζλάπ=το άγριο ζώο,μτφ. ο πονηρός

Ζμπέθερος=συμπέθερος

Ζουμπροχτήρ’=έμβολο

Ζούφα=σβήσε

Θεοσκοτωμένος=ταλαίπωρος,κακομοίρης

Θολοκούτα=ζαλισμένος,σε σύγχυση

Ισβα=λαγούμι

Ισβος=καταστροφή

Καθούρ(ι)=κρύος αέρας (μτφ. το ρεύμα αέρα)

Κακαμάντζα=αδιαθεσία

Καλικατζούρες=άσχημα γράμματα

Καλτάκι=αλήτης

Καμμένο (το)=τα απομεινάρια σπιτιού μετά τον πόλεμο

Καναπίτσα=λυγαριά (καναπτσόσπορος)

Κανέλλα= μτφ. ανδρικό μόριο

Κάου=υποδηλώνει θόρυβο,έγινε τράκος

Καπλοκούραδα= τα περιττώματα των αλόγων (γκαβαλίνες)

Καρέλα= μτφ. φουσκωμένο

Καρκαλάκι=ο φτωχικά ντυμένος

Καρμπολάχανο=λάχανο

Καταί=κάτω

Κατακούκλα=σκεπασμένος με πολλές κουβέρτες

Κατεβατός=άνεμος που έρχεται από το βουνό

Κατσαπλιάς=(μτφ) μη συγκροτημένο άτομο

Κατσιαμάκι=είδος τυριού

Κάτσιασα= συρικνώθηκα, αδυνάτισα (μτφ. μαράζωσα)

Κατσιλέτρας=επιπόλαιος,αφελής

Καφηρέας= η παλιά συσκευή, το σαραβαλάκι.

Κθάρ=κριθάρι

Κιαπέ=αλλοιώς,διαφορετικά

Κλάρα (είμαι)=μτφ είμαι κουρασμένος

Κλιού=κλείνω

Κλουπακάω=ανακατεύω,αναταράσσω

Κλουπάκ(η)μα=ανάδευση,κούνημα (μτφ. ζαλίστηκα στο αυτοκίνητο)

Κλούφ=καπάκι στυλό

Κοκκινογούλια= τα παντζάρια (το γούλια προέρχεται από το γή)

Κοκτσάς=έντομα

Κολιάντζα= η ασθένεια, η αρρώστια.

Κολοκ’θοβούλωμα=κοντόχοντρος άσχημος (άσχημη γυαίκα)

Κολοφούσ’=το εξόγκωμα (με πολλές μεταφορικές έννοιες)

Κομπολέ=είμαι χάλια (νεώτερης επιννόησης λέξη)

Κοντογούνι= μέρος στολής Αμαλίας, μτφ το κοντό ρούχο

Κορδέλα=μηχανή κοπής ξύλων

Κορέκλω= η δύσκολη γυναίκα, η κακομαθημένη.

Κορκότσαλος=κοκκύτης

Κορκωτό=είδος φαγητού (κάτι σαν στραπατσάδα)

Κορνεμπίφ (κορμπίφ)=κονσέρβα (από το canned beef)

Κοσιάρ=εικοσάρικο

Κοτάς=γυρολόγος

Κοτρίδια=σταφύλια μή γινωμένα

Κοτσιλιά=κουτσουλιά

Κούκνας=έντομο

Κουκόσιες=καρύδια

Κουμάν=αυτοσχέδιο πολεμικό παιχνίδι

Κουμπουιάνος=κομπογιάννος (μτφ. μικροκαμωμένο άτομο)

Κουπώθ΄κι=του έγινε έμμονη ιδέα

Κουρέκλου= η περίεργη κοπέλλα, η παράξενη

Κούρνια=κοτέτσι(ορνιθώνας)

Κουσ’μάρ’=είδος τυριού της Στερεάς (δυσεύρετο πλέον)

Κουτλίζω=κωλλυσιεργώ.τεμπελιάζω

Κούτσαβλος=κουτσός

Κουτσάφτης=με κομμένο αυτί,με μικρά αυτιά.

Κουμπουρέλια=καρποί κέδρου,μτφ οι μεθυσμένοι,μτφ. άυπνα μάτια

Κουρουμπέλι= καρπός κυπαρισσιού, μτφ. μεθυσμένος.

Κουτμούκ’=(μτφ) όμορφο,χαριτωμένο

Κούχτιο=άσχημο (μτφ ύπουλο)

Κραίνω=μιλάω δυνατά

Κριγιάς=κρέας

Κρεμαντζούλι=αυτό που κρέμεται

Κριτσόπλια=εξογκώματα (δέντρου)

Κρούνης=μαύρος (μτφ. ο δύσμοιρος..από την κουρούνα)

Κτάμπαου= εκφράζει ήχο χτυπήματος (βλέπε ΦΡΑΣΕΙΣ)

Κυπρί=κουδούνι (μτφ. το δικαστήριο)

Λαβατώθκα=τρόμαξα (με λαβάτωσε,με τρόμαξε)

Λαμπρό=φλόγα

Λατσιά=όμορφη κοπέλλα

Λάχ λάχ=βιαστικά

Λ’βάκια=φασολάκια

Λεγκέρισμα=πάω κι έρχομαι, (λεγκεράω, λεγκερίζω)

Λέρα=βρωμιά (λέρα πέτσα)

Λέσιο=φιλάσθενος (λεσίμ)

Λεχάρ=λεβέντης,επιβλητικός,ευθυτενής

Λιασμένο=καχεκτικό αδύνατο άτομο

Λιάτα=μικρό τσεκούρι

Λιάτερο=μικροκαμωμένο άτομο

Λιάτσιατσα=καρπός δένδρου (λιατσιατσιές)

Λιάρδα=μεθυσμένος,λιώμα

Λιλί=χρήμα

Λίμα (λοίμα)=πείνα (εκφρ. έχω μιά λίμα..) από το λοιμός.

Λιόκια (τα)= οι όρχεις

Λούγκα=διόγκωση βουβωνικού λεμφαδένα σε παιδιά

Λούρος=μεγάλη βέργα (και λούρα) ,(αλλά και ομφάλιος λώρος)

Λούσκα=λούστηκα

Λούτος=χαζός

Λ’τσίσκις=βράχηκες? (λτσίσκι του πιδί…)

Μαγκού’φκο=καταραμένο

Μαλλιαγρίζω=βγάζω μαλλί από την ρόκα, μτφ πειράζω με τα δάκτυλα

Μάμος=ξωτικό-φόβητρο γιά τα παιδιά (βλ.το επόμενο)

Μαμούτα=τέρας(εκφοβισμός γιά πειθαρχία-θα σε φάει η μαμούτα)

Μανούρα=μπελάς, (από το μανούβρα),φρ. έχει πολύ μανούρα.

Μανταλίδ=τούβλο (μτφ. κακός μαθητής)

Μαντζαφλάρας=μεγάλου μήκους φίδι

Μαργωσιάρης=ο κρυουλιάρης (μαργώνω=κρυώνω)

Ματό=μεθυσμένος

Μαχή= το ανδρικό μόριο

Ματσαλάω=μασώ (μτφ. επιβάλλομαι-τον ματσάλισα)

Ματσέλα= φαγητό μτφ. κουρασμένος,δαρμένος.

Μεντέρι=μικρό ξύλινο κρεββάτι

Μέχομαι=μου αρέσει

Μηλιγγίτης=ανόητος

Μιζερό=χρήμα

Μιλεούνι=πλήθος

Μιντζιόλης=τρελλός, βλάκας (χαζομιντζιόλης)

Μιρέλιασα=κουράστηκα,εξουθενώθηκα (μιρέλιασα ντίπ)

Μόλ=το πιοτό (κρασί)

Μόλεμα=μικρόσωμος (σημ. η λέξη προέρχεται από το μολυσμένος)

Μολέματα=μτφ. κέρματα μηδαμινής αξίας

Μολεύκα=μολύνθηκα (μτφ. ατιμάστηκα)

Μόλτσα=αρρώστια

Μόρα=αρρώστια(επιληψία)

Μορφόσταλος=ευπαρουσίαστος,όμορφος

Μούγκα=σιωπή

Μούζγα=βρεγμένος (μούσκεμα,λούτσα)

Μούκλα=σιωπή

Μούμτζας=μεγάλο έντομο (μτφ. χαζός,αφελής)

Μουναφουκλούκ(ι)= το περίεργο ασυνήθιστο αντικείμενο

Μουντρούχος=μοναχικός,μονόχνωτος,μίζερος (και μουντρούχας)

Μούρκα=μαύρη,κατακάθι υγρού

Μουρουγκλός=βραδύγλωσσος

Μούτα=ομίχλη

Μούτος=μουγγός

Μουτσουγρούνι=ασχημόφατσα

Μουχλούτα=τεμπέλα (μτφ και χοντρή)

Μπάκακας=βάτραχος (μπακακάκι)

Μπακανιάρικο=καχεκτικό

Μπαλώματα=μεγάλες νιφάδες χιονιού (“ρίχν’ μπαλώματα”)

Μπαμπακέλα=ο ασπρομάλλης (μαλλιά σαν βαμβάκι)

Μπαμπανέτσα=πίτα (προσφιλής κατά την κατοχή)

Μπαμπατσέλια=μικρά κομματάκια

Μπάξω (να σ’)=να σου δώσω (χτύπημα)

Μπαούτα=κακόβουλη χειρονομία

Μπασαμπάσ’κο=μάγκικο

Μπάφλας (ή πάφλας)=η λαμαρίνα

Μπένισα=1)πένσα 2)μικρό πουλί

Μπέχος=το (πολύ) φαγητό

Μπζέκ‘= βρεγμένος

Μπιδουκλιά=τρικλοποδιά

Μπλάρ=μουλάρι

Μπλατσανάω=βρέχομαι

Μπουγάζι=υγρασία και αέρας

Μπουζουρέκα=εξόγκωμα,μεγάλη κοιλιά(μτφ)

Μπουνόρας= ο βλάκας, ο αργόστροφος

Μπούρδικας= ο νόθος,η πατάτα δεύτερης γενιάς

Μπράσκας=μεγάλος βάτραχος (φρύνος)

Μπρασκαφούσκας=χοντρός άνθρωπος

Μσκφός= ύπουλος

Νιάχας=καχεκτικός

Νέζα=η στρίγγλα,κακή μάγισσα, μτφ η υστερικιά.

Νεροδίκης=ο Ειρηνοδίκης (παράφραση του ορθού)

Νεροκοτσέλα= ο δειλός

Νίφκα=νίφτηκα

Ντάγκλα=στην τρίχα

Νταιακώνω=τρώω καλά

Νταλακιάρ’κο=τρελός,ανόητος (και νταλακιασμένο)

Νταλάκι=σαμιαμίδι

Νταουσιάν‘=φρούτο βανίλια

Ντίλινας=χαζός (ντιλιναφέρης)

Ξαφνιέται=ξαφνιάζεται (συνήθως  χρησιμοποιείται γιά άλογο)

Ξεθληκώθκι=έφυγε από την θέση του,χαλάρωσε η θηλιά

Ξεκαλαμιάζω=κτυπάω στούς αστράγαλους

Ξεκουπί=κατ’εξακουλούθηση

Ξεκτάλι=ηλικιωμένος (μτφ. μεγάλωσε πιά)

Ξεμπαρδακώθ’κε=διαλύθηκε, χάλασε

Ξεμπενιάζω= φαληρίζω,τερματίζω μτφ σβήνω

Ξεμπλέτσωτος=γυμνός

Ξεπακιάσκα=ξεθεώθηκα (βλ. πάκια και ζαπακιάσκα)

Ξέρακας=ξερακιανός (μτφ ψιλός άχαρος)

Ξεραμένο= μτφ. το φίδι

Ξεσβελιάσκε=ξεθεώθηκε

Ξεσκλίδια=κομμάτια

Ξεσπράν=ξεσπυρίζουν

Ξιπάιασα=ξεπάγιασα

Ξισφαίσκα=γδάρθηκα

Ξούθος=άσχημος

Παγκίρ=πανηγύρι

Πάκια (τα)=περιοχή του σώματος στο ύψος των νεφρών

Παλιορούτια=παλιόρουχα

Παπτσάς=μεγάλο έντομο

Παρασάνταλος=ανάπηρος (μτφ. αδέξιος)

Παρασολίμι=παλιόρουχο (μτφ. άσχημος αλλά και ντροπιασμένος)

Παρμάρα=παράλυση, μτφ. είμαι ανίκανος να εργαστώ σωστά

Παρτσέκια=κομμάτια

Πασπάλι=λεπτή στρώση χιονιού

Πατναρέλια=παπουτσάκια

Πατρινός=Υπατιώτης

Πατσιαούρ=πρόχειρη πετσέτα

Πατσιαρνά=ψέμματα (και πατσάρια)

Παφλοκόμπρο= έγινα χάλια (αντίστοιχο πχ του βράχηκα πατόκορφα)

Περσεβάμενα= αυτά που περισσεύουν

Πετρέλιο=πετρέλαιο

Πίγκωση=δύσπνοια (πιγκώθ’κα=πήγα να πνιγώ)

Πιλάντρα=ανοιχτό

Πίνηξε=έπνιξε

Πίστρωμα=σούρωμα ρούχου

Πίτχα=πέτυχα

Πλάια (τα)=πλαγιά

Πλαλάω=τρέχω γρήγορα (πλάλα)

Πλατέα=πλατεία

Πλίμα=βρεγμένος,ιδρωμένος

Πλισότερο=περισσότερο

Πλουμίδια=στολίδια

Πούμωσα=έχω κλείσει την είσοδο,απόφραξα (πουμώθκα=πνίγηκα)

Πρασινάσσα=η πράσινη μεγάλη σαύρα

Πρατίνα=προβατίνα (χαζοπράτ’να=χαζή γυναίκα)

Πρεμέτ(η)ς=κουτός (χαζοπρεμέτ’ς)

Προπόδια=μάλλινα υποδήματα -σαν παντόφλες (ή παρπόδια)

Πυρώθ’κα=ζεστάθηκα απότομα (είμαι κοντά στην σόμπα)

Ρακοτάγκος=ο άσχημος (από το ουρακοτάγκος)

Ρέκαξα=έκλαψα γοερά (μτφ. υπέφερα)

Ρέκλιασα=κουράστηκα (είμαι ρέκλα)

Ρεμένο(ς)= μίζερος, καχεκτικός

Ρεμόνι=κατακίτρινος,ζαλίστικα στο αυτοκίνητο

Ρεμπετσέλα=χάλια (είμαι ρεμπετσέλα)

Ρέτσα= βράχηκα

Ριπιτίγκος=διάρροια

Ρογκάτσικο=αλλόκοτο

Ρόζος = μτφ. το ανδρικό μόριο

Ρόκα το ποδάρ’=ακινητοποίηση ποδιού λόγω κάκωσης

Σακατλίκ’=σακάτης

Σακαφλιόρα=άσχημη,ξερακιανή γυναίκα

Σακοτρύπ’ = τό επίμονο αγκαθάκι πού άμα σφηνωθεί σέ ύφασμα…

Σαλιαβούρας ή Σαλιαγκούτης=αυτός που του τρέχουν τα σάλια

Σαλιμαρία=η πιτσιρικαρία

Σαντικλέρια=κρασοπότηρα (με περιεχόμενο….)

Σαούρα=απαίτηση απόλυτης σιωπής,”μόκο”

Σαπακιάζω=δέρνω αλύπητα

Σαπατελός=άτομο με ειδικές ανάγκες (μτφ. ο βλάξ)

Σαραούλιασα=κουράστηκα πολύ

Σαρλατίζω=τον ταρακούνησα (τον σαρλάτ’σα)

Σβόιρας=κοντός (κοντοσβόιρας)

Σβουρλιάω=πετάω κάτι με θυμό (το σβούρλιαξα)

Σγρούμπος=στρογγυλός (σγρουμποκέφαλος)

Σελέμς=γυρολόγος (σελεμουά !)

Σέρεπο=εγκαταλελειμένο

Σιάζ‘=ισιώνει

Σιαπέρα/σιαδώθε=από εκεί,από εδώ

Σιέμαι=κουνιέμαι

Σιλιμιάσ’κα=φεγγαριάστηκα (μτφ. κάνω αλλόκοτα πράγματα)

Σίμπα=(σίμπα την φωτιά) – ανακάτεψε την φωτιά

Σιρκοθήλ’κ0=αρσενικοθήλυκο

Σίσκατε=κουνηθήκατε (από σεισμό)

Σκαμνιά=μουριά

Σκαμπίλι=τοπικό χαρτοπαίγνιο (βλ. ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ)

Σκαμπίλια=σφαλιάρες

Σκαρπιάς=σκορπιός

Σκέμ’δες=έμποροι ξυλείας

Σκεπετάρ(ι)=ψηλός και γεροδεμένος

Σκλάμπελα=τοπωνύμιο,’βάρβαρη’ αλλοίωση του ΣΥΚΑΜΠΕΛΑ

Σκλεπούνα=βρωμιά

Σκουφάος=πουλί που προτιμά τα σύκα

Σκρούμπος=καμμένο φαγητό

Σκυλαργία=οσφυαλγία

Σ’μά=κοντά

Σουργούνι=ρεζίλι

Σουρτζούκι=ακίνητο.”σέκκο”

Σουρτούκου=πανωφόρι

Σουφλίτσα=γαρδούμπα

Σπούρν’= είδος ευλογίας-κατάλοιπο παγανιστικού εθίμου.

Σταλ(ι)κοπόδιασα=κουράστηκα να είμαι όρθιος

Σταργάσω (θα σε)=θα σε δείρω

Στέρφα=στείρα

Στραπάκλας=μύωπας (βλ. και γκάβακλας-γκάβας)

Στραπάλαμα=ανάπηρος (μτφ ελαττωματικός)

Στριχιάζω=βολεύομαι κάπου,αράζω

Στρογγ’λιάσκε=κάθησε,άραξε(ανεπιθύμητα)

Συνταρμώνω=συναρμολογώ

Σφερδούκλι=ασφόδελος

Τάλιαρο=τάληρο

Ταμάχι=ανθεκτικός (ταμάχι στην δουλειά)

Ταμπλοβαρεμένο=χτυπημένος (μτφ. από την μοίρα)

Ταμπράς=μτφ. ο χαζός,κόπανος

Ταραντέλα(είμαι)=είμαι κουρασμένος

Ταρισίτιασι= ζάρωσε, γέρασε

Ταφλέμ=κουρασμένος

Ταχειά=αύριο

Τένιασα=κουράστηκα

Τέντα (είμαι)=είμαι κουρασμένος (sic)

Τετράφταλος=αδέξιος

Τζαλάω=φεύγω ταχύτατα (τζάλ΄σα)

Τζαούνιαξε=ούρλιαξε παρατεταμένα

Τζιτζιφιά=μοσχοιτιά

Τίλωσα=χόρτασ

Τιράω=κοιτάζω (τίρατο μαρέ)

Τιτράδ’= Τετάρτη

Τλούπα=σκούφος

Τόμασι=το μάζεψε,το πήρε μέσα

Τουρλακίδα(ς)=το φευγάτο άτομο, ο ασυνεπής.

Τραπέτσ’=ξινό

Τράστο= το ταγάρι

Τραχανοκολοκ’θιομπλέτσ’=τραχανόπιτα με κολοκύθι

Τρεμοζαγαρίζω=κρυώνω πολύ

Τριπθαμήτ’ς=κοντός.νάνος

Τροερίζει=τριγυρίζει,γυροφέρνει ( με τροερίζει γρίπ’)

Τροχούλ'(ι)=παχουλό

Τρυποτσιούλιασε=αδυνάτισε

Τσαγαλιά=αμυγδαλιά (τσάγαλα=μύγδαλα)

Τσάγαλο=μεθυσμένος (έγινα τσάγαλο),ποιοτικό κρασί

Τσαγκουρνίσκα=γρατσουνίστηκα

Τσάκα= η φάκα (και τσιάκα) από τσακώνω.(εντελώς τοπική ονομασία)

Τσάκνο=λεπτό ξύλο (μτφ. πολύ λεπτό νεαρό άτομο-αδύνατη κοπέλλα)

Τσαμπακανάκι=σκεύοσ, μτφ. περίεργο αντικείμενο

Τσαμπακώνω=σε πιάνω από τον λαιμό (μτφ. βουτάω,αρπάζω)

Τσαμπάς=λαιμός

Τσαούλια=οι γνάθοι

Τσαπουδόντης=με στραβά δόντια

Τσάφ=πάχνη (ή τσιάφ)

Τσ’βούρα=παγωνιά

Τσερέμιασα=ξεράθηκα (μτφ. πάγωσα από το κρύο)

Τσιαμπακανάκ’=μικρή συσκευή, αντικείμενο

Τσικρικόνι=μυτερή κλωτσιά

Τσικτσίδα=πουλί (μτφ. πολύ αδύνατο άτομο)

Τσιμιλίκοκο=ισχνό άτομο

Τσινιά= στις εννέα

Τσίντζα (μιά)= μιά σταλιά,ελάχιστο

Τσιόρα=κλοπή (και τσιόρδα,τσιορέλα)

Τσιούντζιουρας=ξάγρυπνος, με τα μάτια ξενυχτισμένα

Τσιφτίκια=κομμάτια διαλυμένα

Τσ’νέλα=διάρροια (sic!)

Τσόλια=σκεπάσματα (τσόλι μτφ.=φαιδρός)

Τσούντζουρας=όρθιος, ανασηκωμένος, μτφ. παρείσακτος.

Τσούπος=εμφανίστηκε απότομα,επέστρεψε γρήγορα

Τσουρούτικος=φιλάσθενος (και τσιρούτικος)

Τσουφλέκας=χαζός

Τύλατο=τύλιξέ το

Φάγκρισε=αδυνάτισε (συνμ. έρεψε)

Φαληρέας = το παλαιό εικοσάδραχμο

Φδόκαμσο=το “πουκάμισο” του φιδιού  ! ! !

Φέξος=φεγγάρι (αλλά και ο ήλιος)

Φευγάλα=παίρνω δρόμο,ώρα να φεύγουμε (δεν μας παίρνει..)

Φλέσουρας= ιπτάμενο έντομο (μτφ. λεπτός)

Φλέτρας= ιπτάμενο έντομο (μτφ αδύναμος,καχεκτικός)

Φλίτ=εντομοκτόνο αεροζόλ

Φλίτσας=αυτός που τον φιλάνε

Φούσιαξε=γέμισε (φρ. φούσιαξε ο τόπος από χορτάρια)

Φουσκαμπούκι=με στρογγυλά μάγουλα (μτφ χοντρός άνθρωπος)

Φούσκος=χαστούκι

Φρίγκος = σκελετωμένος

Φρουσκλιά=κουφοξυλάνθη

Φσούνα=συναχωμένος (είναι φσούνα)

Φύ’τσα=έφτυσα

Χαιλός = ο κουτός (μτφ. αντιπαθής)

Χάλα ή χαλέρο=φαγητό

Χαλασοστάνης=ζημιάρης (..χαλάει την στάνη)

Χαλατζούκ(ι)=συσκευή (που συνήθως δεν λειτουργεί καλά)

Χαλεύω=ψάχνω

Χαμπλός=χαμηλός (χαμπήλωστο=χαμήλωσέ το)

Χαρπάλα=άσχημο τέλος,την πατήσαμε

Χάσκος=άσπρος

Χασ’μούσια=τα γλυκάκια, οι σοκολατίτσες, τα φιλέματα.

Χήνα=το παλιό χαρτονόμισμα των 1000 δρχ

Χιονότοπα=χιονόμπαλλα (όχι τοπία)

Χιονόψ’χες=νιφάδες χιονιού

Χλαπατα(γ)ή=φασαρία

Χλαπάτσα=κολλώδες υλικό(μτφ πτύελα)

Χλιβερός=θλιβερός,αξιολύπητος

Χλιμάρα=κούραση (μτφ. γκρίνια)

Χούιακσα-Χουιάζω=φώναξα-φωνάζω δυνατά

Χουναβιά=ερημιά,κρύο

Χρίνα=βρώμικο

Χρωστίμ(ι)=το χρέος

***********

ΦΡΑΣΕΙΣ

είμαι γιά τον Αγιουρώδη=είμαι άρρωστος (υπερβολή ότι πεθαίνω)

σούδωσα κρέας αθέρα=σούδωσα καλό κρέας

ασφλάουσαν= ας φυλαγόσουν

καρέλα του μάτ’= πρήστηκε το μάτι

γίναμε κδούνια απ΄ τ΄ς στροφές=ζαλιστήκαμε

κέρδισες κάνε?=κέρδισες τουλάχιστον?

άμα σ’ κοτάει, έλα=αν τολμάς έλα

κούπα το μάτ’ =τυφλώθηκε

κουρεμάδι του γατί=κουρεύτηκε

κτάμπαου τούρ’ξα μία=τον χτύπησα

την πλήρωσα την λέζα=πλήρωσα την ζημιά (lesione=βλάβη στα ιταλικά)

τ’ κανει μπαούτες=τον κοροιδεύει (με κρυφές χειρονομίες)

έγινα μπζέκ’ι = βράχηκα

αρχίζουμε κι ξιφτάμε=γεράσαμε

είμαι όδεμστέκομαι=είμαι πολύ κουρασμένος

πετάει το μάτι μ’=σπασμός του ματιού (tic)

έγινα ρέτσα=βράχηκα

ας λέει ο κόσμος κι ας μπαίνει ο ρόζος…..

σηκωβάρα

ίσια ίσια απ σιένταν=ίσα που κουνιότανε

μή σκανιάιζ=μην σε νοιάζει

δεν έχει στάλα βενζίν’=δεν έχει καθόλου βενζίνη

είμαι τάραμα=είμαι κουρασμένος (και ταραντέλα)

το λέει η τρυγόνα=είχε διάρροια

Βάρεσε τσάταλος= έπεσε θανατικό

τσινιά= ….στις εννέα

έπιασι χιόν‘=εξαφανίστηκε, πήγε στα ψηλά βουνά να μην τον βρούν


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

%d bloggers like this: